Loading...

Η κατηφόρα της Μεταπολίτευσης ξεκίνησε με μια προφητική αλληγορία: το «Πεθαίνω σα χώρα»


Η κατηφόρα της Μεταπολίτευσης ξεκίνησε με μια προφητική αλληγορία: το «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη.

Και τελειώνει με έναν άλλο «Προφήτη», γελοιογραφημένο τούτη τη φορά, αυτόν του Αρκά. Και σωστά. «Επειτα από έναν χαμένο πόλεμο πρέπει να γράφονται κωμωδίες», έλεγε ο Νοβάλις.

Γέννημα θρέμμα και αυτός της ελευθεριάζουσας κουλτούρας που άνθησε στις παρυφές των Εξαρχείων, ο Αρκάς δεν διακωμωδεί απλώς το χειρότερο προϊόν της, την παρούσα κυβέρνηση, με τρόπο που κανείς αντιπολιτευόμενος ως τώρα δεν το κατάφερε. Τα βάζει με τους ίδιους τους παλιούς θαυμαστές του. «Τι γνώμη έχετε για την κυβέρνηση;» ρωτά η δημοσιογράφος σε ένα του σκίτσο. Και ο ερωτώμενος απαντά «Είμαι υπέρ!... Ολα τα κράτη έχουν, γιατί όχι κι εμείς;».

Ο Αρκάς σατιρίζει βέβαια την τωρινή μας ακυβερνησία. Κυρίως όμως σαρκάζει τον πατροπαράδοτο «αντικρατισμό» μας. Την πεποίθηση δηλαδή μιας πολυπληθούς μερίδας Ελλήνων, από τους αυτονομιστές της Αριστεράς και τους κοινοτιστές της Δεξιάς ως τους τωρινούς αναρχοφιλελεύθερους, ότι κυβέρνηση, κράτος, «εξουσία» είναι πράγματα καθ’ εαυτά κακά, δαιμονικά και ότι πρέπει να τα εμπιστευτούμε όλα στην «αυτοοργάνωση» - είτε της κομμούνας είτε της αγοράς.

Ο νεοελληνικός «αντικρατισμός» είναι φυσικά προσχηματικός, προσωπίδα της ιδιοτέλειας οργανωμένων συμφερόντων και δεν έχει αναπτύξει κάποια άξια λόγου θεωρία. Αν τη δεκαετία του 1980 ο τυπικός αναρχοαυτόνομος φλέρταρε ακόμη με το διάβασμα, σήμερα είναι απλώς χουλιγκάνος, λειτουργικά αναλφάβητος, όχι λιγότερο από τον Χρυσαυγίτη του Αγίου Παντελεήμονα. Οι ρίζες του «αντικρατισμού» μας βρίσκονται στην ίδια την κατακερματισμένη μας κοινωνία που γεννά τους καταληψίες και τους μπαχαλόβιους όπως γεννά τις συντεχνίες, τα σόγια και τα φέουδα - σαν τους καρκίνους το άρρωστο σώμα. 

Οι θερμοκέφαλοι των Εξαρχείων είναι φαινόμενο κοινωνικό που συγγενεύει με τους μαφιόζους των Ζωνιανών, όχι με την αριστερή μποεμία του Σεν Ζερμέν ή του Γκρίνουιτς Βίλατζ. Εχει λοιπόν σημασία ότι ο Αρκάς θέτει στο στόχαστρό του την ενδημική μας ανομία. Και ακόμη μεγαλύτερη ότι το κάνει διά στόματος ηρώων κοινών - καθημερινών, μικροαστών, νοικοκυραίων. Αυτών δηλαδή που μισούν όσο τίποτε οι «απροσκύνητοι» και οι δήθεν εξεγερμένοι.

 Ο «Προφήτης» του Αρκά ως εγχείρημα καλλιτεχνικό θυμίζει τα «Σατιρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά ή το «Κούρεμα» του Διονύση Σαββόπουλου. Φανερώνει έναν καλλιτέχνη που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, που ξεπέρασε τον ίδιο τον εαυτό του, που με βαρύ προσωπικό κόστος επέλεξε από ηθογράφος και θυμόσοφος να γίνει κήνσορας και μαστιγωτής.

Μόνο στους σπουδαίους συμβαίνει αυτό, να διαλύουν τις προσδοκίες των οπαδών τους, να τους στρέφουν μάλιστα εναντίον τους. Σε αντίθεση με την τρέχουσα γελοιογραφία, πολλά από τα πολιτικά του σκίτσα έχουν περιεχόμενο καθολικό, ξεφεύγουν από τα δεσμά της συγκυρίας. Σε 100 ή 200 χρόνια θα παραμένουν εξίσου επίκαιρα και αληθινά.

Γιατί βέβαια το θέμα του Αρκά δεν είναι τόσο ο Τσίπρας και η κωμική εξουσία του, ούτε καν οι τωρινές εθνικές μας περιπέτειες. Το πραγματικό θέμα του Αρκά είναι ο όχλος, η ανεκρίζωτη ανοησία του αγελαίου ανθρώπου.
 
Οι καλύτεροι διάλογοί του φέρνουν στον νου τις σελίδες εκείνες του Θουκυδίδη που περιγράφουν την ανήκεστη σήψη της πόλης, την πορεία της προς το μοιραίο. «Ο πόλεμος κατά της βλακείας τελείωσε», έχει γράψει. «Χάσαμε».

* Συγγραφέας


ΠΗΓΗ
Πολιτική 2256273162119655304
Περιμένουμε το σχόλιο σου
Αρχική σελίδα item