Loading...

Υπόθεση Φραντζή, 30 χρόνια αργότερα



Δρ. Παναγιώτης Παπαϊωάννου
Τίποτε δεν προοιώνιζε ότι μια κοινή Πέμπτη με καύσωνα, η 25η Ιουνίου του 1987 θα σημάδευε για πάντα τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά[1]. 11 μόλις ημέρες πριν ολόκληρη η χώρα είχε ξεχυθεί στους δρόμους σε μια ανεπανάληπτη έκρηξη εθνικής ανάτασης, καθώς η Εθνική ομάδα μπάσκετ είχε κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είχαν ολοκληρωθεί, με την ρήση από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη να έχει κεντρίσει τον δημόσιο διάλογο για το πώς επιλέγονται και το πώς διατυπώνονται τα θέματα στο μάθημα της Έκθεσης. Το συνδικαλιστικό όργανο των οδηγών απορριμματοφόρων είχε προκηρύξει απεργία σε ολόκληρη την Αττική, γεγονός που θα έκανε, για όσο θα διαρκούσε, το πιο ζεστό καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών βαρύ και ανθυγειινό για τους κατοίκους της πρωτεύουσας.
Όχι όμως για όλους. Τις πρώτες πρωινές ώρες εκείνης της Πέμπτης, σε έναν ανατρεπόμενο κάδο απορριμμάτων του δήμου, επί της οδού Αιλιανού στα κάτω Πατήσια, ο ρακοσυλλέκτης Κωνσταντίνος Βουζίκας, επιχειρώντας να εκμεταλλευτεί το γεγονός, βρίσκεται προ μιας μακάβριας έκπληξης: ανάμεσα σε άχρηστα και αποφάγια, διπλωμένος σε σακούλες σκουπιδιών, υπήρχε ένας ακέφαλος κορμός από γυναικείο σώμα.
Αμέσως κινητοποιείται η Αστυνομία και η αναπάντεχη όσο και τυχαία ανακάλυψη κάνει το γύρο των πανελλαδικής εμβέλειας Μ.Μ.Ε. της εποχής (κρατικό δελτίο ειδήσεων και κρατικό ραδιόφωνο). Πριν ακόμη πιστοποιηθεί η ταυτότητα του πτώματος, το ίδιο απόγευμα, ο 27χρονος Παναγιώτης Φραντζής παραδίδεται στα γραφεία της Γ.Α.Δ.Α. και ομολογεί : «Σκότωσα τη γυναίκα μου. Ήταν ατύχημα». Το τεμαχισμένο πτώμα ανήκει πράγματι στη Ζωή Φραντζή και ο δράστης υποδεικνύει πού είχε πετάξει τα διάφορα μέλη του. Το κύριο μέρος του κορμού του πτώματος ήταν αυτό που βρέθηκε λίγα μέτρα από το σπίτι του νεαρού ζεύγους.
Ο Παναγιώτης Φραντζής και η Ζωή Γαρμανή είχαν γνωριστεί τον Οκτώβριο του 1985. Ο πρώτος, 25 ετών τότε, ήταν φοιτητής της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., δευτερότοκος γιος μιας αστικής οικογένειας που ζούσε στα Κάτω Πατήσια, με επίκεντρο μια οικογενειακή επιχείρηση (αντιπροσωπείες ενδυμάτων) που παρουσίαζε θετική οικονομική πορεία και προοπτική. Η δεύτερη, 16 ετών, κόρη ευκατάστατης αστικής οικογένειας που ζούσε τον Άγιο Νικόλαο Πατησίων, τελείωνε τότε το Λύκειο[2]. Σύμφωνα με τις καταθέσεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις γνωστών, φίλων και συγγενών του Παναγιώτη Φραντζή, η γνωριμία του εκείνη με την Ζωή οδήγησε γρήγορα σ' έναν σφοδρό έρωτα. Προκειμένου να πλησιάσει, να γνωρίσει και να συνδεθεί ερωτικά με την νεαρή, διέλυσε έναν υφιστάμενο από πενταετίας αρραβώνα, κάνοντας με τον τρόπο αυτό την «επανάστασή» του μέσα στην οικογένειά του. Ο γάμος του ζευγαριού έγινε τον Δεκέμβριο του ’86, οπότε και εγκαταστάθηκαν σε δικό τους διαμέρισμα, στην οδό Αιλιανού, κοντά στην οικία της οικογένειας Φραντζή. Η συμβίωση των δυο νέων υπήρξε εξ αρχής δύσκολη και επεισοδιακή, μια αρχετυπική περίπτωση του κλισέ περί «ασυμφωνίας χαρακτήρων». Από τη μια πλευρά, ο νεαρός σύζυγος. Φοιτητής μόνο για τη εκπλήρωση των προσδοκιών της οικογένειάς του για πανεπιστημιακή πρόοδο, στις οποίες και ανταποκρίθηκε το 1979, πετυχαίνοντας μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων την εισαγωγή του στην Α.Σ.Ο.Ε.. Από το '85 ήταν ενταγμένος πλήρως στην αγορά εργασίας, βοηθώντας «χωρίς ωράριο, όσες ώρες χρειαζόταν κάθε μέρα» στην οικογενειακή επιχείριση. Ένας «ευγενής»νεαρός, με αναπτυγμένη την αίσθηση της ευθύνης, όπως αυτή υπαγορευόταν από τον πάτερ – φαμίλια Σπύρο Φραντζή, έναν αυτοδημιούργητο έμπορο προς τον οποίο η οικογένεια έτρεφε αμέριστο αμέριστο σεβασμό. Από την άλλη πλευρά, η έφηβη σύζυγος: η «χαϊδεμένη κόρη» ενός συνταξιούχου εφοριακού και μιας «κυρίας εφοριακού», γεμάτη όρεξη για ζωή, με την αυταρέσκεια της ηλικίας, με επίγνωση του ότι συγκεντρώνει τα ανδρικά βλέμματα, που δεν σκέφτεται τίποτε άλλο, παρά μόνον «απλώς» να τελειώσει το σχολείο και να μπορεί «να περάσει καλά».
Όλα αυτά τα γεγονότα διοχετεύονταν σε δόσεις μέσα από μακροσκελή ρεπορτάζ. Άλλο όμως ήταν το στοιχείο η δημοσιοποίηση του οποίου άφησε εποχή. Δύο μέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος, η εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ» δημοσιεύει στο δισέλιδο «σαλόνι» της το τεμαχισμένο πτώμα, πάνω στην ιατροδικαστική κλίνη, σε μια από τις πλέον θλιβερές ημέρες για την ελληνική δημοσιογραφία. Από την 26η Ιουνίου 1987 και δέκα περίπου ημέρες, όσο θα διαρκέσει η κυρία ανάκριση, θα καταγραφεί το συντριπτικότερο μέχρι τότε media overkill που είχε καταγραφεί στον εθνικό τύπο[3], σε βάρος ενός κατηγορουμένου για την τέλεση ενός, όπως επικράτησε να λέγεται, «εγκλήματος ερωτικού πάθους»[4].
Ο σοκαρισμένος δράστης, εν μέσω ασυναρτησιών, ψυχολογικών μεταπτώσεων και παραληρηματικών αφηγήσεων, δηλώνει αρχικά ότι δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε κατά τη διάρκεια ενός από τους συχνούς με τη σύζυγό του καυγάδες, που είχε ξεσπάσει μετά τα μεσάνυκτα της 24ης προς την 25η Ιουνίου. Στη συνέχεια, αποσπασματικά ανασυνθέτει το σκηνικό : Από το απόγευμα της ίδιας ημέρας, το ζεύγος Φραντζή είχε αρχίσει να παίζει το προσφιλές του παιχνίδι, αυτό των ερωτικών αλληλοαπορρίψεων». Ο καθένας επιχειρούσε «να σπάσει τα νεύρα του άλλου», με τις πιο ασήμαντες αφορμές. Έπαθλο και των δύο πλευρών ήταν, κατά κανόνα, η συμφιλίωση, μέσα από τη σεξουαλική επαφή. Όμως για τον συντηρητικό και ήπιο Φραντζή, αυτό το παιχνίδι είχε καταστεί πλέον ψυχοφθόρο, ενώ ο ίδιος είχε υπερτιμήσει τις αντοχές του. Επιστρέφοντας από μια έξοδο με φίλους, ο καυγάς τους πράγματι καταλήγει σε ερωτική συνεύρεση. Η Ζωή, για να του περάσει το μήνυμα ότι για κείνη ό,τι έγινε δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, τον προσβάλει : «Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα». Γι’ αυτήν το παιχνίδι δεν έχει λήξει, είχε μόλις ξαναρχίσει. Ο Φραντζής δεν δίστασε από την πρώτη του ανωμοτί εξέταση να αναπαραστήσει, σχεδόν λεπτό προς λεπτό, την ψυχική του κατάσταση εκείνες τις μοιραίες στιγμές. Η απόπειρά του να εκλογικεύσει σκέψεις και συναισθήματα εκείνης της νύχτας πρόκειται να βαρύνει καθοριστικά εις βάρος του : «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα (…). Όταν μού’ δειξε την αδιαφορία, φαρμακώθηκα σα να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, ήταν και δύο η ώρα το βράδυ»[5]Η δηλητηριώδης λογομαχία εξελίχθηκε σε ανταλλαγή ύβρεων με σφιγμένα δόντια, κραυγές, χαστούκια και σπρωξίματα. Μέσα σε ούτε δύο λεπτά της ώρας, το μοιραίο είχε συμβεί. Η κατάληξη υπήρξε δραματική, οποιαδήποτε από τις δύο -ακραίως αντίθετες- εκδοχές πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης κι αν επισκοπήσει κανείς, είτε αυτήν του δράστη, είτε εκείνην που αποτυπώθηκε στο παραπεμπτικό βούλευμα που ακολούθησε.
Την εκδοχή της πρόκλησης του θανάτου από στραγγαλισμό υιοθέτησαν τα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών και Εφετών Αθηνών, εκτιμώντας ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου από το αποδεικτικό υλικό της Τακτικής Ανάκρισης που προηγήθηκε. Η Εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, περιλαμβάνει εκτεταμένη αναφορά στα αποτελέσματα νεκροψίας και νεκροτομής. Με βάση τα ευρήματα επί των μελών του διαμελισμένου πτώματος, η Εισαγγελική πρόταση επισφραγίζει το συμπέρασμα του Ιατροδικαστή κου Χρήστου Λευκίδη ότι ο θάνατος του θύματος προήλθε από στραγγαλισμό. Το συμπέρασμα αυτό δεν φαίνεται να παραπέμπει σε συγκεκριμένα, αναφερόμενα στην Έκθεση, ευρήματα αλλά εδράζεται στο εμπειρικό συμπέρασμα ότι εφόσον τα μαλακά μόρια του λαιμού δεν ανευρέθησαν, επομένως «υπάρχει προσπάθεια απόκρυψης της ταυτότητος του θύματος»[6]. Στο συμπέρασμα αυτό θεμελιώθηκε το κίνητρο και το modus operandi του κατηγορουμένου[7]. Σε μια συλλογιστική του τύπου «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται» αποτιμώνται στο βούλευμα και οι δυο Εκθέσεις Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης. Αυτή του ψυχιάτρου κου Μάριου Μαράτου, η οποία κρίνει ότι ο κατηγορούμενος είναι «απολύτως υγιής». Αυτή χαρακτηρίζεται στο βούλευμα «λητή (σ.σ.: sic) σε έκφραση και σοβαρή σε περιεχόμενο». Εκείνη του Σπυρίδωνος Σπύρογλου, ο οποίος έκρινε ότι ο κατηγορούμενος «κατά τον χρόνον τελέσεως των διωκομένων πράξεων ετέλει εν διαταράξει των πνευματικών του λειτουργιών, λόγω ψυχικής νόσου (…), λόγω της οποίας δεν εστερείτο παντελώς της ικανότητος να αντιληφθεί το άδικον των πράξεών του (…), αλλά είχε μειωθεί ουσιωδώς η ικανότης του αυτή[8]», κατά την Εισαγγελική πρόταση ερμηνεύεται σαν μια προσπάθεια από τον υπογράφοντα αυτήν ψυχίατρο να πείσει ότι «ο κατηγορούμενος είναι ακαταλόγιστος ψυχασθενής» (!). Ως εκ τούτου, κρίνεται με μισή περιεκτική φράση ότι «η έκθεση αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο σοβαρής κριτικής».
Στην αυτή κατεύθυνση κινήθηκε και το βούλευμα υπ’ αριθ. 668/1988 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο ισχυρισμός του Φραντζή ότι ο θάνατος της Ζωής προήλθε από πτώση και χτύπημα της βάσης του αυχένα στην κόγχη του κρεβατιού, κρίνεται μη πειστικός[9], με την παράθεση της άποψης του Ιατροδικαστή ότι «προηγήθηκε πάλη», για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα βαριά θλαστικά τραύματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού από τα οποία πιθανόν να προήλθε ο θάνατος του θύματος, οφείλονται σε «πλήξη της κεφαλής επί ανενδότου αμβλείας επιφανείας», η οποία εξαιτίας της πάλης θεωρείται δεδομένα σκοπούμενη και μάλιστα ισούται με εκδήλωση ανθρωποκτόνου σκοπού. Το πόρισμα περί στραγγαλισμού ενισχύθηκε μάλιστα από την, κατά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, «επιμελή και εν τέλει επιτυχημένη απόκρυψη τμήματος των μαλακών μορίων του λαιμού», στοιχείο το οποίο, από ιατροδικαστικό εμπειρικό συμπέρασμα μεταβλήθηκε σε αρραγή αιτιολόγηση της αιτίας θανάτου, άρα και του δόλου του κατηγορουμένου. Για την αξιολόγηση του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί βρασμού ψυχικής ορμής γίνεται ελάχιστη αναφορά, καθώς «εφόσον η αφορμή της συμπλοκής δεν ήταν σοβαρή», αλλά, όπως απολογούμενος ανέφερε και ο κατηγορούμενος, «συνηθισμένη», δεν ήταν ικανή να του προξενήσει τον βρασμό, πολλώ μάλλον αφού «επιτίθεται χωρίς σοβαρή αφορμή στον λαιμό του θύματος»[10].
Για την δε Έκθεση Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου  Σπύρογλου, ο οποίος είχε διορισθεί κατά τη διάρκεια της Κυρίας Ανακρίσεως προκειμένου να υπάρξει επίσημη θέση για την ψυχική υγεία του κατηγορουμένου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών περιλαμβάνει την εξής αναφορά: «Διαβάζουμε την πλήρην, άνευ ψυχιατρικού ελέγχου αποδοχήν των απόψεων του κατηγορουμένου με μια ανεπίτρεπτον για πραγματογνώμονα διάθεση». Στη συνέχεια, αφού υπομιμνήσκεται ότι «Άλλωστε, ως είναι γνωστόν, ουδεμία ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη δεσμεύει την δικαστικήν κρίση ως προς το θέμα υπάρξεως ή μη υπαιτιότητος προς καταλογισμόν εις τον κατηγορούμενον», εκτίθεται με μεγαλύτερη σαφήνεια για ποιό λόγο κρίνεται ως μη πειστική η Πραγματογνωμοσύνη Σπύρογλου: «…Η ψυχιατρική, ως κλάδος της ψυχολογίας, στηρίζεται κυρίως επί της εμπειρίας και της παρατηρήσεως, γι’ αυτόν τον λόγον και τα συμπεράσματα αυτής στερούνται του απολύτου σεβασμού, οι δε διαπιστώσεις των ειδικών ιατρών – ψυχιάτρων πολλές φορές χαρακτηρίζονται για την υπερβολήν τους, είτε για τον επηρεασμόν τους από ορισμένες εσφαλμένες θεωρητικές αντιλήψεις…». Όσον αφορά το ότι ο κατηγορούμενος δήλωνε ότι δεν θυμόταν «εάν έπιασε τη γυναίκα του από το λαιμό», το βούλευμα περιλαμβάνει την ακόλουθη σκέψη : «η αμνησία των παραστάσεων τελέσεως της πράξεως είναι χαρακτηριστικό μόνο των σε διαταραχήν της συνειδήσεως εκδηλουμένων παρορμήσεων, καθόσον παρόμοιοι ισχυρισμοί («δεν ενθυμούμαι»), που ειπώθηκαν από τον κατηγορούμενο, για άγνοια των ελατηρίων της πράξεως και για το τυχίον της επιτεύξεως του σκοπού, πολλές φορές ελέγχονται ψευδείς ως προβαλλόμενοι προς απόσπαση της δικαστικής επιεικείας».
Τελικώς, το υπ’ αριθ. 1179/1988 βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου[11], το οποίο ακολούθησε, βρήκε ορθή καθ’ όλα την νομική τεκμηρίωση του παραπεμπτικού Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και ο Φραντζής παραπέμφθηκε σε δίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ιδιαζόντως ειδεχθή και για περιύβριση νεκρού. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1988), η αναπαραγωγή του νοσηρού μεταθανάτιου εγκλήματος είχε και πάλι τον πρώτο λόγο.
Η κάλυψη της δίκης από τα έντυπα της εποχής ξεκίνησε με μια ομοβροντία δημοσιογραφικών λιβελογραφημάτων, τα οποία έφθαναν έως και σε ευθείες εκκλήσεις προς το δικαστήριο για εφαρμογή της ποινής του θανάτου. Κατά την αναμενόμενα φορτισμένη ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος δεχόταν συχνά επιθέσεις και προπηλακισμούς από τους γονείς και τον αδελφό τους θύματος, που σε κατάσταση ανείπωτης θλίψης και οργής  κράδαιναν τη φωτογραφία του «ΕΘΝΟΥΣ» με το τεμαχισμένο πτώμα, ζητώντας «δικαίωση». Οι είκοσι επτά παρόντες (από τους ενενήντα δύο συνολικώς κληθέντες) μάρτυρες  κατέθεσαν τόσο ένθερμα για το χαρακτηρολογικό ποιόν του κατηγορουμένου, ώστε, υπήρξαν και κάποια δημοσιεύματα συμπάθειας προς τον Φραντζή και το οικογενειακό του δράμα. Επί της ουσίας, επίκεντρο της αποδεικτικής διαδικασίας υπήρξε η, χαρακτηριστική, «διπλή» αντιδικία μεταξύ ιατροδικαστών (Χρήστου Λευκίδη από τη μία[12], ο οποίος τάχθηκε υπέρ της εκδοχής του στραγγαλισμού και Εμμανουήλ Νόνα και Κωνσταντίνου Χουρδάκη από την άλλη, υπέρ της εκδοχής του ατυχήματος[13]) και μεταξύ ψυχιάτρων. Παρών στο ακροατήριο ήταν μόνον ο ψυχίατρος Μαράτος, ο οποίος έκρινε ότι ο Φραντζής δεν έδειχνε να έχει στοιχεία διαταραχής προσωπικότητας πριν το έγκλημα. Παρά το αίτημα της υπεράσπισης να κληθεί και ο ψυχίατρος Σπύρογλου να εξηγήσει τα συμπεράσματα της από 3/11/1987 Εκθέσεώς του, σύμφωνα με την οποία η ανθρωποκτονία τελέσθηκε σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού, το αίτημα απορρίφθηκε και η Έκθεσή του απλώς αναγνώσθηκε. Παρά ταύτα, ακόμη και όσα υποστήριξε ο ψυχίατρος Μαράτος, άφηναν, τουλάχιστον το ενδεχόμενο συνδρομής των προϋποθέσεων του βρασμού ψυχικής ορμής ανοικτό[14].
Στην πολυαναμενόμενη απολογία του, ο Φραντζής εξέθεσε τα περιστατικά της νύχτας του εγκλήματος, υποστηρίζοντας ό,τι και στην πρώτη του κατάθεση, ότι δηλαδή πάνω στον καυγά έσπρωξε τη Ζωή κι εκείνη «έπεσε και κτύπησε». Για μια ακόμη φορά, προσπάθησε να αυτοερμηνευθεί για το μεταθανάτιο συμβάν, περιγράφοντας την διαδρομή της ψυχολογικής του κατάστασης σαν τρίτος, ανασυνθέτοντας μνήμες και συναισθήματα, άλλοτε με ψυχραιμία, άλλοτε με συντριβή, κλαίγοντας με λυγμούς και μην μπορώντας να σταθεί όρθιος, καταλήγοντας ως εξής: «Παραδέχομαι την κατηγορία της προσβολής νεκρού αν και δεν μπορώ να δώσω στην πράξη μου αυτή λογική εξήγηση. Τύψεις θα έχω σ’ όλη μου τη ζωή και δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να δείξω ψυχραιμία, εννοώ τη στιγμή που πέθανε η Ζωζώ. Δεν την στραγγάλισα, δεν είμαι φονιάς και ούτε σκοπεύω να γίνω ποτέ μου»[15].
Νέα ένταση προκλήθηκε όταν στην αγόρευσή του, ένας εκ των συνηγόρων πολιτικής αγωγής απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο λέγοντάς του «το μόνο που σου μένει τώρα είναι να αυτοκτονήσεις». Ο Εισαγγελέας της έδρας Κυριάκος Καρούτσος, στην αγόρευσή του όπου ζήτησε την ενοχή του Φραντζή για ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα με τρόπο ιδιαζόντως ειδεχθή, είπε μεταξύ άλλων και την εξής φράση, όπως αυτή αναπαράγεται στον τύπο της εποχής : «Κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δεν θα έκανε τέτοιο έγκλημα». Στην επί της ποινής εισήγησή του, πρότεινε να εφαρμοστεί η ποινή του θανάτου (η οποία στην πράξη είχε καταργηθεί από το 1972, μετά την υπόθεση Λυμπέρη), λέγοντας : «Ανατριχιάζω που το λέω, αλλά η μόνη ποινή που πρέπει να του επιβάλετε είναι ο θάνατος. Δεν μπορεί να επανέλθει σ’ αυτήν την κοινωνία και προβληματίζομαι αν θα πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε ζώντες ανθρώπους, χωρίς να μπορεί να τους βλάψει». 
Τελικά, την 1η Οκτωβρίου 1988, ο Παναγιώτης Φραντζής κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και περιυβρίσεως νεκρού και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Κατά πλειοψηφία πέντε μελών (5-2) του δικαστηρίου απορρίφθηκαν οι προταθείσες από την υπεράσπιση ελαφρυντικές περιστάσες, με τη μειοψηφία δύο ενόρκων να υποστηρίζει (παρά τον επικοινωνιακό κόλαφο που είχε προηγηθεί) ότι θα έπρεπε να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρ. 84 παρ. 2 περ. α΄ του Π.Κ.).
Κατ’ έφεση δίκη δεν έγινε επί της ουσίας ποτέ, αφού ενώπιον του Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών, το αίτημα του κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού Φραντζή για αναβολή λόγω αιφνίδιου κωλύματος υγείας το οποίο επικαλέστηκε (γαστρορραγία την ημέρα της δίκης) απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα η έφεσή του να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη[16]. Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης δύο ετών για το αδίκημα της περιύβρισης νεκρού παρέμεινε.
Παρά ταύτα, με την συμπεριφορά του μέσα στη φυλακή, ο Φραντζής κατάφερε να δώσει μια ηχηρή απάντηση στους λογοκόπους υποστηρικτές της θανατικής ποινής. Λαμβάνοντας από το 1997 εκπαιδευτικές άδειες, συνέχισε τις σπουδές του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην Α.Σ.Ο.Ε.Ε.). Τα εκ των έσω κωλύματα που αντιμετώπισε κατά την χορήγηση των αδειών αυτών υπήρξαν πολλαπλά, καθώς ήταν από τους μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού «ισοβίτες» κρατουμένους που ελάμβανε εκπαιδευτικές άδειες. Τελικώς, εγκατέλειψε τις προσπάθειες, τέσσερα μαθήματα πριν το πτυχίο. Με διαγωγή επαινετή από σειρά διευθυντών φυλακών, κοινωνικών λειτουργών και σωφρονιστικών υπαλλήλων, ξεκίνησε από το 2003 να ζητά να του επιτραπεί η υφ’ όρον απόλυση. Ακολούθησαν έξι αποτυχημένες προσπάθειες, με αντίστοιχα βουλεύματα από τα Συμβούλια Πλημμελειοδικών και Εφετών Πειραιώς, παρά την ρητή πρόβλεψη του αρ. 106 του Π.Κ.[17]να αναφέρονται σε αιτιολογικά σχήματα που αφορούσαν στη βαρύτητα του προ εικοσαετίας εγκλήματος και να θεωρούν ότι «μόνο με τη συνέχιση της κράτησης μπορεί να αποτραπεί η από αυτόν τέλεση άλλων αδικημάτων», αιτιολογία επιστημονικά αθεμελίωτη, αφού στη χώρα μας δεν υπάρχει καταγεγραμμένη υποτροπή καταδικασθέντων για ανθρωποκτονία μέσα στην οικογένεια μετά την υφ’ όρον απόλυσή τους.
Κατά την τριετία που διανύθηκε με την εκδίκαση των αιτήσεών του, οι ίδιοι οι γραμματείες των δικαστικών συμβουλίων μετέφεραν χωρίς καν να τηρούν τα προσχήματα την είδηση προς τα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε. ότι «ο Φραντζής ζητά να βγει» , οι εισαγγελείς υπηρεσίας θεωρούσαν προφανώς πολυτέλεια να διατάξουν με ένα απλό τηλεφώνημα προς τη φρουρά της εισόδου του Δικαστικού Μεγάρου του Πειραιά να απομακρυνθούν οι τηλεοπτικές κάμερες, οι οποίες παραμόνευαν τον κρινόμενο κατάδικο και τον καταδίωκαν κατά την είσοδο και έξοδό του από αυτό[18], αλλά και  έξω από την Δ.Φ. Κορυδαλλού όπου επέστρεφε, έξω από το πατρικό του σπίτι στα Πατήσια, έξω από την Α.Σ.Ο.Ε.Ε. έχοντας πληροφορηθεί πότε μεταβαίνει εκεί για παρακολούθηση υποχρεωτικών μαθημάτων και εργαστηρίων. Καθώς πλησίαζε η συζήτηση της αιτήσεώς του στο Δικαστικό Συμβούλιο, αλλεπάλληλες ήταν οι τηλεφωνικές οχλήσεις από τους ρεπόρτερ προς τους υπέργηρους γονείς του, ενώ μερικές μέρες ο αδελφός της άτυχης Ζωής εμφανιζόταν σε κάθε τηλεοπτικής ζώνης δημοσιογραφικές  και μη εκπομπές, διατεινόμενος ότι «αν αφήσουν να βγει ο φονιάς, δεν υπάρχει δικαιοσύνη». 
Τελικά, ο Φραντζής, μετά από 18 χρόνια έγκλειστος –τα 11 στον Κορυδαλλό- και αφού είχε περάσει και από τα πλέον σκληρά σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, όπως αυτά της Κέρκυρας, ζήτησε να μεταχθεί στις Αγροτικές Φυλακές Αγιάς Κρήτης για να συνεχίσει τις προσπάθειές του για υφ’ όρον απόλυση από εκεί, κατ’ ουσίαν μακριά από τα Μ.Μ.Ε.. Πράγματι, ξεχασμένος από το πλέγμα όλων των εξωθεσμικών αυτών πιέσεων, με την πρώτη αίτησή του για υφ’ όρον απόλυση, ένα τυπικό στην αιτιολογία του βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων του χορήγησε την υφ΄ όρον απόλυση, με όρους που συνίσταντο στον περιορισμό της διαμονής και την εμφάνιση στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του. Ήταν 20 Οκτωβρίου 2005. Ο πατέρας του, που για περίπου δεκαοκτώ χρόνια είχε επισκεφθεί κάθε πιθανό υπεύθυνο και μη φορέα, πρόσωπο και πολιτικό γραφείο, προσπαθώντας να πείσει όποιον μπορούσε για την «αδικία» που είχε υποστεί ο γιος του, δεν πρόλαβε να τον δει ελεύθερο. Ταλαιπωρημένος από προβλήματα υγείας, πέθανε ένα μήνα πριν την αποφυλάκισή του. Ο ίδιος ο Φραντζής, μετά την αποφυλάκισή του απέφυγε με συνέπεια να εκτεθεί στα φώτα της δημοσιότητας, διεκδικώντας το δικαίωμα στη λήθη, κύριο διακύβευμα για κάθε αποφυλακιζόμενο ισοβίτη.
Η υπόθεση Φραντζή υπήρξε ένα κομβικό γεγονός που ανέδειξε για πρώτη φορά τη χώρα μας στην εποχή μιας εν πολλοίς πολιτικοκοινωνικής νιρβάνας, αυτήν του 1987, την πρωταρχική θέση που θα διαδραμάτιζαν καθ’ ολόκληρη τη δεκαετία του ’90 τα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε. στην διαμόρφωση του περίφημου «κοινού περί δικαίου αισθήματος» με όχημα πολύκροτες υποθέσεις ποινικού δικαίου και κατά μείζονα λόγο, στην διαμόρφωση (ή την αποδόμηση) των συλλογικών αισθητηρίων σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα όπως η δίκαιη δίκη και η ορθολογική ποινική μεταχείριση, σε ζητήματα δηλαδή όπου η κοινωνική και η νομική πραγματικότητα (η οποία ελάχιστη σχέση έχει με την γνώση του κοινού για τα από το νόμο προβλεπόμενα) απαιτεί πραγματική ανάλυση και αποκωδικοποίηση[19].
Την ώρα που πάνω από τη σωρό της τραγικής 18χρονης Ζωής η πολιτεία έλαμψε δια της απουσίας της (οι γονείς της πέθαναν μετά από λίγα χρόνια μέσα σε αφόρητο καημό και ο νεώτερος αδελφός της δεν βοηθήθηκε από κανέναν φορέα για να αντιμετωπίσει το ψυχικό φορτίο μιας τόσο ακραία πιεστικής συνθήκης, όπως το βίαιο έγκλημα) και ο ίδιος ο Φραντζής αποτέλεσε για τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά κάτι σαν ένα «τοτέμ» ενοχής. Για περισσότερα από 20 χρόνια το επώνυμό του ανήχθη σε μακάβριο ανέκδοτο, εντάχθηκε στην λαϊκή κουλτούρα ως μια μονολεκτική υπόμνηση φρικαλέας απαξίας. Όχι όμως επειδή η υπόθεση υπήρξε αντιπροσωπευτική ενός τρόπου τέλεσης ή των ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάποιου τυπολογημένου ανθρωποκτόνου δράστη, όσο επειδή η δύναμη της εικόνας και η εξουσία που ασκεί η μιντιακή αναπαραγωγή των περί το έγκλημα στερεοτύπων κατάφερε στην περίπτωση αυτή υποκαταστήσει στη μνήμη και την κρίση των περισσοτέρων κοινωνών, νομικών και μη, το τί τελικώς συνέβη και το πώς κατέληξε να αποτιμηθεί ποινικά αυτό που συνέβη.
Σήμερα, η ισόβια κάθειρξη ισοδυναμεί κατ’ ανώτερο όριο 19 έτη εγκλεισμού[20], μετά την έκτιση των οποίων ο καταδικασθείς απολύεται υποχρεωτικά. Σταθερή επιλογή αντεγκληματικής πολιτικής αποτελεί η αποφόρτιση των φυλακών και η εφαρμογή εναλλακτικών του εγκλεισμού ποινών. Συνακόλουθα, η υφ’ όρον απόλυση έχει προσλάβει τεχνικό χαρακτήρα[21], ενώ η αιτιολογία στα βουλεύματα των Δικαστικών Συμβουλίων έκτισης ποινών τείνει να αποκατασταθεί μια ισόρροπη, ορθολογική και σύμφωνη με το πνεύμα των αρ. 105-110 Π.Κ. εφαρμοστική και ερμηνευτική λογική[22].  Η υπόθεση Φραντζή, μας θυμίζει, δεκαετίες μετά από κείνο το ανύποπτο πρωiνό του Ιουνίου του ’87 και τον μακρύ και δύσβατο δρόμο που χρειάστηκε να διανυθεί μέχρι σήμερα, ώστε να ξεπεραστούν ορισμένες εγγενείς εφαρμοστικές νοοτροπίες του ποινικοσωφρονιστικού μας κόσμου.

*Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι δικηγόρος και Διδάκτωρ Εγκληματολογίας



[1] Βλ. και γράφοντος, «Εγκλήματα Ερωτικής Ζηλοτυπίας – Εγκληματολογική θεώρηση και Νομολογία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2001 σελ. 238-248.
[2] Για το ιστορικό, αξιοποιήθηκε μεγάλο μέρος της δικογραφίας της υπόθεσης (βουλεύματα υπ’ αριθ. 356/1-2-1988 [Συμβ. Πλημ/κων Αθηνών], 668/15-4-1988 [Συμβ.Εφ. Αθηνών], 1179/24-6-1988 [Αρείου Πάγου], απόφαση υπ’ αριθ. 131-135/1988 του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών, απόφαση 524-540/18-9-1991 του Μ.Ο.Ε. Κακουργημάτων Αθηνών και η απόφαση υπ’ αριθ. 937/1993 του ΣΤ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου) και σημαντικό μέρος δημοσιευμάτων του ημερησίου τύπου, τόσο της εποχής του εγκλήματος (Ιούνιος – Ιούλιος 1987), όσο και της εποχής της πρωτοβάθμιας (και μοναδικής επί της ουσίας) δίκης (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1988). Ειδικότερα, συνελέγησαν και αξιοποιήθηκαν τα ρεπορτάζ στις εφημερίδες : «ΈΘΝΟΣ», «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ», «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», «ΑΥΡΙΑΝΗ», «ΤΑ ΝΕΑ», «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ» των ημερών 27, 28, 29, 30, 31/6 και 1/7/1987 και 28, 29, 30/9 και 1, 2/10/1988.
[3] Ενδεικτικοί οι πηχυαίοι τίτλοι των πρωτοσέλιδων της εποχής : α) Παρασκευή 26/6/1987: «Ακρόπολις»: ΕΚΟΨΕ ΦΕΤΕΣ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. «Αυριανή»: ΑΓΡΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΟΥΣ ΑΓΡΙΟΤΗΤΑΣ. «Απογευματινή» : ΦΡΙΚΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ. «Δημοκρατικός Λόγος»: ΦΡΙΚΗ – ΞΕΣΗΚΩΘΗΚΕ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑ. «Έθνος»: ΤΕΜΑΧΙΣΕ ΣΕ 16 ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΝ 18ΧΡΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. «Ελεύθερος Τύπος» : ΦΡΙΚΗ : ΣΚΟΤΩΣΕ ΚΑΙ ΤΕΜΑΧΙΣΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. «Ελευθεροτυπία»: ΕΚΟΨΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗ  ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. «Η Αυγή»: ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΕ ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΗΝ 18ΧΡΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. «Η Βραδυνή»: ΦΡΙΚΑΛΕΟ ΕΓΚΛΗΜΑ. «Η Καθημερινή»: ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕ ΤΗΝ 18ΧΡΟΝΗ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ. «Η Πρώτη»: ΦΡΙΚΗ – ΤΕΜΑΧΙΣΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΕ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ. «Μεσημβρινή»: Η ΦΡΙΚΗ ΣΕ ΝΑΥΛΟΝ ΣΑΚΚΟΥΛΕΣ. «Ριζοσπάστης»: ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ. «Τα Νέα»: ΤΕΜΑΧΙΣΕ ΤΗΝ 18ΧΡΟΝΗ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ  β) Σάββατο 27/6/1987: «Ακρόπολις»: ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΑ ΣΤΗΝ ΜΠΑΝΙΕΡΑ. «Αυριανή»: ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΩΡΕΣ ΠΑΛΕΥΕ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΨΕΙ ΤΕΛΕΙΑ. «Απογευματινή»: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΟΝΙΑ. «Δημοκρατικός Λόγος»: ΟΡΜΗΣΑΝ ΝΑ ΤΟΝ ΛΥΝΤΣΑΡΟΥΝ. «Εθνος»: Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ. «Ελεύθερος Τύπος»: ΣΟΚ – ΕΜΒΡΟΝΤΗΤΗ ΟΛΗ Η ΧΩΡΑ. «Ελευθεροτυπία»: ΣΑΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. «Η Αυγή»: ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΑΥΡΙΑΝΗ. «Η Βραδυνή»: ΠΑΓΩΣΕ ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ. «Η Καθημερινή»: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΑΤΥΧΗΣ ΝΕΑΣ. «Η Πρώτη»: ΚΙΤΡΙΝΗ ΦΡΙΚΗ. «Η Μεσημβρινή: ΔΙΩΞΗ ΔΥΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ.  «Ριζοσπάστης»: ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΑΥΡΙΑΝΗ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ». «Τα Νέα»: ΣΟΚ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ και γ) Κυριακή 28/6/1987: «Ακρόπολις»: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΤΗΝΟΣ. «Απογευματινή»: ΞΥΠΝΗΣΕ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ. «Αυριανή»: ΚΛΑΙΕΙ ΤΩΡΑ Ο ΑΔΙΑΣΤΑΚΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ. «Δημοκρατικός Λόγος»: ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΖΩΟ.  «Έθνος»: ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΚΤΟΝΟΥ. «Η Αυγή»: ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΡΑΝΤΖΗ. «Η Βραδυνή»: ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ. «Η Καθημερινή»: ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΤΟΜΟ Ο ΣΥΖΥΓΟΚΤΟΝΟΣ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»: ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΩ. «Ριζοσπάστης»: ΟΙ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ. «Το Βήμα»: ΗΡΕΜΟΣ Ο ΔΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ.
[4] Για την ορολογική διάκριση και τις επί μέρους θεωρήσεις μεταξύ εγκλημάτων ζηλοτυπίας και εγκλημάτων πάθους βλ. αναλυτικά, μ.α. Easton, Judith, and Todd Shackelford, "Morbid Jealousy and Sex Differences in Partner-Directed Violence." Human Nature 20.3 (2009): pgs 342-350, Academic Search Premier, EBSCO, Web. 27 Oct. 2011, Easton, J.A., Schipper, L.D., & Shackelford, T.K. (2007), Morbid Jealousy from an Evolutionary Psychological Perspective, Evolution and Human Behavior, 28, pgs 399-402, Enoch, D. & Ball, H. (2001), The Othello Syndrome, σε Enoch, D. & Ball, H. Uncommon psychiatric syndromes (Fourth edition), pgs 50–73, London: Arnold, Morenz, B., & Lane, R. D. (1996), Morbid jealousy and criminal conduct, σε L. B. Schlesinger (Ed.), Explorations in criminal psychopathology: Clinical syndromes with forensic implications (pgs. 78–97), Springfield, IL: Charles C. Thomas, Cobb, J.P., & Marks, I.M. (1979), Morbid jealousy featuring as obsessive–compulsive neurosis treatment by behavioral psychotherapy. British Journal of Psychiatry, 134, 301–305 Coen, S.J. (1987), Pathological jealousy, International Journal of Psycho-Analysis, 68, 99–108, Parker, G., & Barrett, E. (1997), Morbid jealousy as a variant of obsessive–compulsive disorder, Australian and New Zealand Journal of Psychiatry, 31,133–138, Todd, J., & Dewhurst, K. (1955), The Othello syndrome: A study in the psychopathology of sexual jealousy, Journal of Nervous and Mental Disease, 122, 367–374, Todd, J., Mackie J.R.M., & Dewhurst, K. (1971), Real or imaginary hypophallism: A cause of inferiority feelings and morbid sexual jealousy, British Journal of Psychiatry, 119, 315–318.
[5] Ο ίδιος ο δράστης περιέγραψε από την πρώτη κατάθεσή του στην προανάκριση ένα συγκλονιστικό συναίσθημα πανικού το οποίο τον κυρίευσε όταν είδε τη γυναίκα του νεκρή, «κατά λάθος». «Σε μια στιγμή, την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνία του κρεβατιού και έμεινε ακίνητη». (…) Όταν άρχισα να συνέρχομαι και γω από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμασταν (σ.σ. από τον καυγά) τα έχασα και δεν ήξερα τι να κάνω. «Βρισκόμουν σε μια κατάσταση αμηχανίας, δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά (…) Για μισή ώρα περίπου, την έβλεπα και την ξανάβλεπα, έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα». Σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο Φραντζής στην πρώτη του προανακριτική απολογία, η οποία ξεκίνησε ενώπιον των εμβρόντητων υπαλλήλων της ασφάλειας στις 22:15 της 25/6/1987, στη θέα του άψυχου σώματος της γυναίκας του, καταλήφθηκε από τρόμο και είδε σαν μοναδική λύση να εξαφανίσει το «λάθος του», αφού κανείς δεν θα πίστευε ότι η σύζυγός του πέθανε «πάνω στον καυγά». Επί τέσσερις περίπου ώρες (3:30-7:00 π.μ.) κλαίγοντας, κάνοντας εμετό και προσπαθώντας να είναι αθόρυβος, τεμάχισε το πτώμα της συζύγου του. «Εκεί που έφθασα, έπρεπε να τελειώσω», είπε ότι σκέφτηκε, αφότου έκοψε το ένα χέρι του πτώματος. Έριξε τις πλαστικές σακκούλες με τον κορμό σε κάδο απορριμάτων λίγα μέτρα από την είσοδο της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε με το θύμα και στη συνέχεια, κατά τις 8:15 το πρωί, μετέβη με το αυτοκίνητό του σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, όπου και έριξε τις σακκούλες οι οποίες περιείχαν λοιπά μέλη και το κεφάλι του θύματος. Το πρωί, παρέδωσε κάποιες παραγγελίες για την εργασία του. «Για να φθάσω, έχασα πολλές φορές το δρόμο, καθώς δεν μπορούσα να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου (…). Δεν μπορούσα όμως να ησυχάσω και το κεφάλι μου βούιζε συνεχώς. Δεν μπορούσα να σκεφθώ και να διανοηθώ πώς έγιναν όλα αυτά τα πράγματα. Ύστερα από πολλές σκέψεις αποφάσισα πώς το καλύτερο που είχα να κάνω, ήταν να πάω στην Αστυνομία». 
[6] Σελ. 7 της από 25-26/6/1987 Έκθεσης Νεκροψίας – Νεκροτομής. Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση ο κατηγορούμενος, επειδή δεν ανευρέθηκαν τα μαλακά μόρια του λαιμού του θύματος, «είχε φροντίσει να αποκόψει και να εξαφανίσει το τμήμα εκείνο του σώματος του θύματος πάνω στο οποίο πίστευε ότι υπήρχαν τα ίχνη του στραγγαλισμού». Το λογικό αυτό άλμα πραγματοποιείται χωρίς παραπομπή σε ειδική βιβλιογραφία, ή παράθεση στοιχείων από το αποδεικτικό υλικό. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να εξηγηθεί, έστω λογικά, από ποια ευρήματα αποκλείεται το ενδεχόμενο με την χρήση μαχαιριού και σφυριού για την απόκοψη του τμήματος του λαιμού, να «χρειάσθηκε», όπως και ο ίδιος ο δράστης ομολόγησε (φυλ. υπ’ αριθ. 4 της ανωμοτί καταθέσεώς του) και η Ιατροδικαστική έκθεση δέχθηκε (αριθ. φύλλου 5 και 6 από 25-26/6/1987 Έκθεσης Νεκροψίας – Νεκροτομής), να ασκηθεί από το δράστη «ιδιαίτερη πίεση», με αποτέλεσμα τα μαλακά στο σημείο αυτό μόρια του λαιμού, να συνθλιβούν ή καταστραφούν, χωρίς να είναι εφικτό να ανευρεθούν ακέραια, ιδίως εφόσον ο μεταθανάτιος τεμαχισμός έγινε με μικρό μαχαίρι από τον εντελώς άπειρο περί την πραγματοποίηση τομών δράστη.
[7] Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Εισαγγελική Πρόταση, με βάση ένα τμήμα εσωρούχου του θύματος, στο οποίο ύστερα από εργαστηριακή εξέταση βρέθηκε ότι υπήρχαν κηλίδες σπέρματος, εκτίθεται μια αποκομμένη από παραπομπή σε αποδεικτικό υλικό, ανάπλαση του ιστορικού της νύχτας του εγκλήματος, με άξονα την σκέψη ότι ο κατηγορούμενος «εκσπερμάτωσε πάνω στο εσώρουχο, διότι πίεζε το θύμα να έλθουν σε συνουσία παρά τη θέλησή της, άρα γι’ αυτό το λόγο στη συνέχεια την έδειρε ανηλεώς και της επιτέθηκε με σκοπό να τη στραγγαλίσει». Όλα τα στοιχεία στα οποία η εισαγγελική πρόταση εκθέτει για να θεμελιώσει την απόφαση και τέλεση του βασικού εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, αναφέρονται στα ευρήματα του τεμαχισμένου σώματος, από τα οποία συνάγεται το τελικό συμπέρασμα ότι «με την εκπληκτική ψυχραιμία και δεξιοτεχνία επαγγελματία κρεοπώλη», όπως εκτίθεται χαρακτηριστικά, τελέσθηκε εκτός από το μεταθανάτιο και το κύριο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
[8] Βλ. τα αναφερόμενα στην σελ. 8 της από 3/11/1987 Εκθέσεως Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου Σπύρου Σπύρογλου.
[9] Στο υπ’ αριθ. 356/1988 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών, αναφέρονται τα ακόλουθα : «ο δράστης ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια εντόνου οικογενειακού επεισοδίου (…), το οποίο περιέγραψε λεπτομερώς (…), η σύζυγός του τον κτύπησε και τον έβρισε, ’’ουρλιάζοντας κυριολεκτικά’’, αυτός έχασε την ψυχραιμία του, την κτύπησε και την έσπρωξε, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει και να κτυπήσει στο κεφάλι της στη γωνία του κρεβατιού και να πεθάνει, οπότε αυτός πανικόβλητος την κομμάτιασε με ένα μαχαίρι και ένα σφυρί και την πέταξε μαζί με τα ατομικά της είδη στα σκουπίδια, ώστε να ισχυρισθεί μετά ότι η σύζυγός του εξαφανίσθηκε». 
[10] Βλ. φυλ. 2ο, 3ο και ιδίως φυλ. 4ο του υπ’ αριθ. 668/1988 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (αδημ.).
[11] Βλ. Ποιν. Χρον. 1989, σελ. 108-111.
[12] Ο διενεργήσας τη νεκροψία και νεκροτομή Ιατροδικαστής Χρήστος Λευκίδης, ανέφερε ότι «υπάρχει ένα θλαστικό τραύμα μήκους 2,5 εκατοστών, στην δεξιά ινιοβρεγματική χώρα της κεφαλής, το οποίο πρέπει να έγινε από κτύπημα σε έπιπλο», αφήνοντάς το στοιχείο ασχολίαστο. Αναφερόμενος στις λοιπές αμυχές και εκχυμώσεις που παρατηρήθηκαν στο πτώμα, υποστήριξε (σελ. 28 της υπ’ αριθ. 131-135/1988 του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών): «Έχουμε κακώσεις που ανήκουν στην κατηγορία των σκοπίμων, έχοντας σαν στόχο την απόκρυψη της ταυτότητος του θύματος, την διευκόλυνση της μεταφοράς και την απόκρυψη της αιτίας θανάτου. Το σύνολο και το είδος των κακώσεων έδειχναν την ύπαρξη κάποιου πάθους και πιο πολύ ερωτικού πάθους και ζηλοτυπίας. Αιτία θανάτου ήταν ο στραγγαλισμός δια χειρών». 
[13] Αντιθέτως, σύμφωνα με τον Ιατροδικαστή Εμμανουήλ Νόνα, ο οποίος γνωμάτευσε με βάση την έγγραφη έκθεση του συναδέλφου του : «Για την ιατρική δεοντολογία, αυτά τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να θεμελιώσουν τον από στραγγαλισμό θάνατο. (…) Το τραύμα στο κεφάλι, δεν παρασύρει σε διάγνωση, πείθει. (…) Η έκταση του τραύματος είναι τέτοια ώστε αυτό καθ’ αυτό μπορεί να επιφέρει τον θάνατο. Απ’ την καθημερινή πράξη και τη νεκροτομική έρευνα, δεν μπορώ να το αρνηθώ (…), το τραύμα αυτό είναι και το τέλος. Ήταν βαρύ και επίπονο το έργο του συναδέλφου. Και εγώ να έκανα τη νεκροψία, δεν θα μπορούσα να βάλω αιτία θανάτου. (…) Τα μέρη που δεν ανευρέθησαν δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είχαν κακώσεις. Οι ασφυκτικές κηλίδες είναι το εύρημα πάσης ασφυκτικής καταστάσεως, είναι γενικό φαινόμενο, μπορεί να το επιφέρει κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Στην πτώση γίνεται τέτοια δόνηση του εγκεφάλου (…), ώστε ασφυκτιά η περιοχή του εγκεφάλου και έχει ως επακόλουθα αυτά τα φαινόμενα ασφυξίας. (…) Για μένα το κτύπημα της κεφαλής, είναι καίριο και τελευταίο (…). Από την πείρα μου λέω ότι από τέτοια κτυπήματα μένουν νεκροί» (σελ. 31-33 της αποφ. υπ’ αριθ. 131-135/1988 του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών). Ο δε Ιατροδικαστής Κωνσταντίνος Χουρδάκης, ο οποίος επίσης γνωμάτευσε με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας και την έκθεση του συναδέλφου του Λευκίδη, κατέθεσε: «Το συμπέρασμα του κου Λευκίδη δεν συμφωνεί με τα ευρήματα. Δεν μπορούν τα στοιχεία αυτά να μας δώσουν το αποτέλεσμα αυτό. Έχουμε ενδείξεις και όχι αποδείξεις. Η πιο σωστή και σίγουρη αιτία θανάτου είναι να προήλθε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση. (…) Στην επίμαχη περιοχή του στραγγαλισμού δεν έχουμε ευρήματα, δεν έχουμε στραγγαλισμό εδώ. Πρέπει να ευρεθούν τα αποτυπώματα των ραγών των δακτύλων. Τα καταγραφέντα ιατροδικαστικά ευρήματα δεν αποτελούν αποδείξεις υπέρ της θέσεως του στραγγαλισμού δια χειρών» (σελ. 42-45 της αποφ. υπ’ αριθ. 131-135/1988 του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών). 
[14] Ο Μαράτος υποστήριξε και στο ακροατήριο την άποψή του περί «μη ύπαρξης ενδείξεων ψυχικής νόσου κατά την προτέρα κατάσταση και κατά το χρόνο του εγκλήματος», χαρακτηρίζοντας τον κατηγορούμενο «μη τρελό, μη διανοητικά καθυστερημένο». Ανέφερε επίσης όμως ότι: «Νομίζω ότι πράγματι κατελήφθη από πανικό και δεν ήξερε τί να κάνει. Βρέθηκε με ένα πτώμα και είπε τί γίνεται τώρα; (…) Ο φόβος καθ’ εαυτόν είναι ένα σήμα κινδύνου και σε καλεί να αντιδράσεις, αλλά, απ’ αυτόν να σου στρίψει, έτσι ξαφνικά, δεν νομίζω (…). Ερεύνησα τυχόν ψυχοπάθεια, δεν είχα όμως ενδείξεις γι’ αυτό και το αποκλείω. Ένα νευρωσικό στοιχείο θα μπορούσε να το έχει, οπωσδήποτε αυτό χαρακτηρίζει και τη συμπεριφορά του» (βλ. σελ. 42-45 της  υπ’ αριθ. 131-135/1988 του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών. 
[15] Βλ. σελ. 76 της υπ’ αριθ. 131-135/1988 απόφασης του Μ.Ο.Δ. Κακουργημάτων Αθηνών.
[16] Το 1991 και αφού είχε προηγηθεί μια αναβολή, ο κρατούμενος μετήχθη για τη δίκη στις Φυλακές Κορυδαλλού από το Σωφρονιστικό Κατάστημα της Κέρκυρας. Εκεί, επικαλέστηκε ότι αδυνατούσε να παραστεί, καθώς εισήχθη εσπευσμένα στο Νοσοκομείο των Δ.Φ.Κ., δηλώνοντας ασθένεια (γαστρορραγία). Βάσει του κωλύματος αυτού, ζήτησε δια των συνηγόρων του νέα αναβολή. Το δικαστήριο, αφού διέκοψε τη διαδικασία, διέταξε Ιατροδικαστή να μεταβεί στη Φυλακή και να εξετάσει τον κρατούμενο για να διακριβωθεί η αλήθεια του «ανυπέρβλητου κωλύματος υγείας» του (αρ. 348 Κ.Π.Δ.). Μία μέρα αργότερα, η έκθεση του ιατροδικαστή τον βρήκε σε φυσιολογική κατάσταση, ανέφερε μάλιστα ότι ο κρατούμενος αρνείτο να εξετασθεί, λέγοντάς του «δεν έχει νόημα, αφού δεν θέλω να πάω στο δικαστήριο» (φυλ. 3ο και 4ο της υπ’ αριθ. 524-540/1991 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών). Κατά συνέπεια, δεν απεδείχθη ότι συνέτρεχε κώλυμα, καθώς ο κρατούμενος κρίθηκε ότι «προφασιζόταν ασθένεια» και η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Η επακολουθήσασα αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (αρ. 341 Κ.Π.Δ.) ενώπιον του Συμβουλίου των Εφετών απερρίφθη (Εφ.Αθ. σε Συμβούλιο 3454/1991), όπως και η Αίτηση Αναιρέσεως της αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών που είχε απορρίψει το αίτημα αναβολής (Α.Π.  937/1993, ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα). 
[17] Το είδος και η βαρύτητα της πράξεως του κρινομένου είναι α δ ι ά φ ο ρ η ποσότης στο προκείμενο στάδιο έκτισης της ποινής (βλ. Γάφο, σελ. 536, Τούση, σελ. 320, τ. 6, Μπουρόπουλο, τ. Α΄ σελ. 279 – σε αρ. 473 εδ. 1 Π.Κ., Ζήσιάδη, Ποινικό Δίκαιο, τ. Α΄, σελ. 425 και Εφ. Θεσ. 225/2993 – Υπεράσπιση 1993, σελ. 900 με παρατηρήσεις Καϊάφα – Γκμπάντι). Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το αρ. 106 του Π.Κ. : «Η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων». Εν προκειμένω, ο Φραντζής παρέμενε έγκλειστος από το 2002 έως και το 2005 με αιτιολογίες περί δήθεν ελλείψεως «καλής διαγωγής» που είχαν μεταξύ άλλων ως εξής: (ι) «ουδόλως προέκυψε ούτε συνάγεται ότι έχει αναπτύξει αισθήματα μετάνοιας», «από τη συνολική εκτίμηση της προσωπικότητάς του και της συμπεριφοράς δεν προκύπτει ότι έχει επέλθει ο ποινικός σωφρονισμός και η ηθική βελτίωσή του»,  «δικαιολογεί τον εαυτό του», «άλλωστε παραδέχεται [...] σίγουρα θα έχω κάποια κουσούρια από τη φυλάκισή μου», «η καλή διαγωγή του αιτούντος καταδίκου υπήρξε επιφανειακή και διαμορφώθηκε απ’ αυτόν αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να επιτύχει την έξοδό του από τη φυλακή υπό όρο το συντομότερο δυνατό» και «όλες οι ενέργειες του αιτούντος (συνέχιση της φοίτησής του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο στο οποίο είχε εγγραφεί από το 1979) δείχνουν μεθόδευση που κατατείνει στη δημιουργία εντυπώσεων στην παροχή σ΄ αυτόν εκπαιδευτικών αδειών και επίτευξη του εν θέματι ευεργετήματος», «ο υπερβολικός ατομισμός του δεν φαίνεται να έχει εξαλειφθεί μέχρι και σήμερα», «δεν αιτιολογείται (σ.σ. από την έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας των φυλακών) ουδόλως από ποια στοιχεία αιτιολογείται η καλή του διαγωγή» «δεν κατέβαλε έμπρακτη προσπάθεια εντός των φυλακών να εξαλείψει από την προσωπικότητά του τις ειδικές συνθήκες και τα αίτια που τον οδήγησαν στο έγκλημα (…) όπως παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων από ειδικούς επιστήμονες, ώστε να επέλθει η ψυχική αποκατάσταση και η αναμόρφωση του χαρακτήρα του κρατουμένου και να υπάρξει η προσδοκία έντιμου βίου εκτός φυλακών, η οποία αλλιώς θα είναι ανύπαρκτη» - βλ. το υπ’ αριθ. 1568/2003 Βούλευμα του Συμβ Πλημ/κών Πειραιώς, (ιι) «εμμένει στο περιεχόμενο της απολογίας του», «οι δηλώσεις συγγνώμης  (...) προς την μητέρα της φονευθείσας συζύγου μου (...) ουδόλως πείθουν περί τούτου, αλλά εντάσσονται και αυτές στη γενικότερη προσπάθεια του αιτούντος να πετύχει με την όσο το δυνατόν συντομότερη αποφυλάκισή του την αποφυγή των συνεπειών της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε», «με αφορμή την παρακολούθηση μαθημάτων στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε. προφανώς επιδιώκει τη χορήγηση περισσοτέρων αδειών εξόδου από τη φυλακή, αφού από το 1979 μέχρι το 1997 δεν είχε περάσει αρκετά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο», «επέδειξε μεν εξωτερικώς καλή συμπεριφορά, όμως δεν διαπιστώθηκε η βελτίωσή του», «ουδέποτε κατά τη διάρκεια των αδειών προέβη σε κάποια πράξη από την οποία να εκδηλώνεται η μεταμέλειά του», «δεν μπορεί να συναχθεί διαφοροποίηση της κατάστασης αυτού, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργείται βάσιμη προσδοκία ότι ο αιτών δεν θα στραφεί προς την τέλεση νέων πράξεων», «λόγω της ως άνω μη επαρκούς ψυχολογικής υποστήριξης δεν έχει μέχρι σήμερα επιτευχθεί η εξάλειψη των αρνητικών ψυχικών στοιχείων της προσωπικότητάς του» - βλ. το υπ’ αριθ. 884/2004 βούλευμα του Συμβ. Πλη/κών Πειραιώς. Κατά την χρονική εκείνη περίοδο, η κρατούσα νομολογία ουσίας για δεκάδες βαρυποινίτες όπως ο Φραντζής ήταν αντίθετη, συντασσόμενη προς το αληθές πνεύμα των αρ. 105-106 επ. Π.Κ.. Βλ. μ.α. Συμβ. Εφετ. Κερκ. 54/2001, Ποιν. Δικ. 2002, σελ. 519, Συμβ. Εφετ. Πειρ. 76/2002, Ποιν. Δικ. 2002, σελ. 509, Συμβ. Πλημ. Πατρών 71/1998, Ποιν. Δικ. 1999, σελ. 1114, Συμβ. Εφ.Πειρ. 83/1999, Ποιν. Δικ. 1999, σελ. 353). Είναι δε απολύτως σαφές ότι η συζητητική αξιοποίηση στο πλαίσιο της ακρόασης του καταδίκου τέτοιων «πλεοναζόντως αναφερομένων στοιχείων» (Ολ. Α.Π. 4/1997, Ποιν. Χρον. ΜΖ΄, σελ. 1476) απαγορεύεται να γίνεται επί τούτου εις βάρος του κρινομένου, αφού εξ ορισμού αυτά δεν δύνανται να αποτελέσουν υλικό της βουλευματικής αιτιολογίας.
[18] Σημειωτέον ότι ίσχυε τότε ο Ν. 3090/2002 ο οποίος (άρθρο 8 παρ. 2, 3) ρητώς απαγόρευε με απειλή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) έως διακοσίων χιλιάδων (200.000) Ευρώ, τη μετάδοση από την τηλεόραση, κινηματογράφηση, βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των Δικαστικών ή Εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών.  Μάλιστα, πρώτη η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, στις 5 Νοεμβρίου 2002 είχε εκδώσει «Δελτίο Τύπου προς τα ΜΜΕ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονταν επί του θέματος τα εξής: «Το Δικαστήριο πρέπει να εμπνέει το απαιτούμενο δέος και τον αναγκαίο σεβασμό στους πολίτες και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μεταβάλλεται σε οίκο εμπορίου. Συνεπώς, επιβάλλεται η απαγόρευση της παρουσίας της τηλεόρασης στις Δικαστικές αίθουσες, όπως ισχύει σε όλες, σχεδόν, τις χώρες του κόσμου». Ενώ με νέα της ανακοίνωση, στις 21 Νοεμβρίου 2002 η Ένωση θεώρησε ότι επιβάλλεται «να ισχύσει η ίδια απαγόρευση ως προς τη μετάδοση από την τηλεόραση ή κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή και φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον Δικαστικών, Εισαγγελικών ή αστυνομικών αρχών, χωρίς τη συγκατάθεση τους». 
[19] Βλ. μ.α. Στ. Παπαθανασόπουλου, Η Δύναμη της Τηλεόρασης, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1997, σελ. 336, Γ. Πανούση, Έγκλημα και Τοπική Κοινωνία, Εγκληματολογικά 1, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, Χρ. Τσουραμάνη, Ανάλυση Εγκλημάτων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σελ. 55-58, βλ. και ιδίου, Ο Φόνος στην Ελλάδα – Εγκληματολογική Θεώρηση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998 και Ν. Ε. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες τ. Β’, Σάκκουλα, 1992, σελ. 9-20, Αντώνη Μαγγανά, Το Εγκληματικό Φαινόμενο στην Πράξη, Νομική Βιβλιοθήκη 2004, σελ. 503- 513.
[20] Σύμφωνα με τα αρ. 105 επ. Π.Κ., όπως τροποποιήθηκαν με τον Ν. 4322/2015.
[21] Βλ., μετ. αλ. Αν. Ζύγουρα, Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου, «Καθορισμός συνολικής ποινής με συνεπιμέτρησιν ποινής διά την οποίαν εχώρησεν υφ’ όρον απόλυσις του καταδίκου», Ποιν. Δικ. 3/2007 (έτος10Ο), σελ. 320 και Στ. Παύλου, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου στο ΔΠΘ, «Ο πρόσφατος Ν.3811/2009 και ειδικώτερα οι τροποποιήσεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά (ΚΝΝ)», Ποιν.Δικ. 4/2010 (έτος 13ο), σελ. 454
[22] Βλ. μ.α. Συμβ. Εφετ. Λαρ. 239/2008, ΠοινΔικ 4/2010 (13ο), σελ. 434 ΣυμβΕφΛαρ 125/2007 (παρατ. Λ. Μαργαρίτης), ΠοινΔικ 8-9/2007 (ΕΤΟΣ 10Ο), σελ. 980 ΣυμβΠλημΘεσ 1173/2007 (παρατ. Ι. Καχριμάνης), ΠοινΔικ 12/2007 (ΕΤΟΣ 10Ο), σελ. 1411.

Διάφορα 3062416238709974982
Περιμένουμε το σχόλιο σου
Αρχική σελίδα item